• The Codex Cultus Concept

Οι «άγγελοι» και οι «δαίμονες» μέσα από το πέρασμα των αιώνων



Με τους όρους «άγγελος» και «δαίμων» συνηθίζουμε ν᾽ αναφερόμαστε σε καλοπροαίρετες ή κακόβουλες αντίστοιχα, πνευματικές οντότητες, διάμεσους των βασιλείων γης και ουρανού.

Στην πολυπρόσωπη θρησκειολογία του ανθρώπου, γεφυρώνουν ποικιλοτρόπως τη λογική με το υπέρλογο, την πραγματικότητα που διαμορφώνεται από την ανθρώπινη αντίληψη, μ´ έναν κόσμο υπερβατικό όπου οι εγγενείς περιορισμοί αίρονται· ο εφήμερος άνθρωπος μετέχει ενεργά στο άχρονο γίγνεσθαι· η θεία βούληση κατατροπώνει τους νόμους του αιτιατού και η φαινομενικά μάταιη ζωή νοηματοδοτείται με τρόπο μοναδικό, επηρεάζοντας τις πράξεις των ανθρώπων που την ενστερνίζονται, αντιλαμβανόμενοι τη ζωή τους μέσα από αυτό το πρίσμα. Ιστορικά, στις πρώιμες και αρχαίες θρησκείες, όπως επίσης σε αυτές των πολιτισμών της ανατολής, δε φαίνεται να υπήρχε ο λεκτικός προσδιορισμός των πνευματικών οντοτήτων που απαντάται σ᾽ αυτές της δύσης, με συνέπεια να διακρίνονται σχεδόν αποκλειστικά από τις προθέσεις τους οι οποίες, αγαθές ή πονηρές, συνιστούσαν ενίοτε εκφάνσεις του ιδίου όντος.


Ο Ελληνικής καταγωγής όρος άγγελος, συνώνυμος του Εβραϊκού mal’akh, ερμηνεύεται ως αγγελιοφόρος [αυτός που φέρνει είδηση, αναγγελία ή διαταγή] προσδιορίζοντας ως εκ τούτου περισσότερο τη λειτουργία ή την κατάταξη των αγγέλων στην κοσμική ιεραρχία, παρά την ουσία ή τη φύση τους, η οποία διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στη λαϊκή ευλάβεια ειδικότερα των θρησκειών της δύσης. Έτσι, η σπουδαιότητά τους έγκειται πρωτίστως στην αποστολή και λιγότερο στην χροιά της ύπαρξής τους.

«Ἡ Π. Διαθήκη δέν ἀσχολεῖται μέ τό ζήτημα τῆς προελεύσεως καί τῆς φύσεως τῶν ἀγγέλων. Δέν ὁμιλεῖ, εἰμή διά τό ἔργον των. Ἀλλά, παρουσιάζουσα αὐτούς ὡς ἀγγελιαφόρους τοῦ Θεοῦ ἤ περιγράφουσα τούτους ὡς σχηματίζοντας τήν Αὐλήν καί τήν στρατιάν του, ἐπαναλαμβάνουσα ὅτι τόν ὑμνοῦν (Ψαλμ. κη´ [κθ´] 1,2, ρβ´ [ργ´] 20-21, ρμη´ 1-2, Ἰώβ λη´ 7), ὑπογραμμίζει τήν πλήρη ἐξάρτησιν καί ὑποτέλειάν των ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Παρά τό ὅτι ἀνήκουν εἰς τόν θεῖον κόσμον (ὅπερ δεικνύουν τά ὀνόματά των ὡς υἱῶν τοῦ Θεοῦ, υἱῶν τοῦ Ὑψίστου, ἁγίων), εἶναι ἀπείρως κατώτεροι τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος καί εἰς αὐτούς εὑρίσκει σφάλματα (Ἰώβ δ´ 18, ιε´ 15, Σοφ. Σειρ. μβ´ 17) νά διασαφηνίζη, ὅτι ὁ Θεός δίδει εἰς τά στρατεύματά του τήν δύναμιν, ἐπιτρέπων εἰς αὐτά νά ὑπάρχουν ἐνώπιόν του. Ἐξ ὅλων τούτων τῶν μαρτυριῶν προκύπτει, ὅτι, κατά τήν Π. Διαθήκην, οἱ ἄγγελοι εἶναι κτίσματα τοῦ Θεοῦ, παρ’ ὅλον ὅτι οὐδέν χωρίον βεβαιώνει τοῦτο ρητῶς, οὔτε διευκρινίζει πότε οὗτοι ἐκτίσθησαν. Ἐπί τοῦ τελευταίου σημείου τοῦ Ἰώβ λη´ 7 λέγει ἁπλῶς, ὅτι οἱ ἄγγελοι ὑπῆρχον πρό τῆς Γῆς»

Φυσική ή σύμφυτη, η ουσία τους προσδιορίζεται από την πηγαία σχέση της με τον Θεό ή το Υπέρτατο Όν. Εξαιτίας της σχετικής δυτικής εικονογραφίας ωστόσο, τους αποδόθηκαν ταυτότητες που συχνά υπερκερνούσαν τις λειτουργικές σχέσεις τους με τα θεία και τον εκτελεστικό ρόλο που είχαν για το βέβηλο κόσμο. Με άλλα λόγια η λαϊκή λατρεία τρεφόμενη από τις καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις αγγέλων ταύτιζε τη φύση τους με αυτή των ημίθεων ή ακόμη και των θεών. Παρότι τέτοιες περιπτώσεις συνήθως δε κυρώνονται δογματικά ή θεολογικά, κάποιες αγγελικές φιγούρες όπως ο Μίθρας (Περσική θεότητα, η οποία δοξάσθηκε από τον Ζωροαστρισμό ως αγγελικός μεσολαβητής ουρανού και γης, κριτής και προστάτης του κτιστού κόσμου) έχαιραν λατρείας ημίθεων ή θεών από τη λαϊκή τους παράδοση.

Στην θρησκεία αυτή υπήρχε πίστη στους aməṣ̌ā spəṇtā [(αβεστική διάλεκτος) Αμέσα Σπέντα: αθάνατοι ευεργέτες], έξι θείες υπάρξεις ή αρχαγγέλους, τρία αρσενικά και τρία θηλυκά δημιουργήματα ή προσωπεία του Πάνσοφου Κτίστη ahura mazdā̊(Αχούρα Μάζντα) οι οποίοι τον βοηθούσαν στη διακυβέρνηση του κόσμου. Ως πρεσβευτές της δύναμής του, ενάντια στο Πνεύμα του Κακού angra mainyu [(Άγκρα Μαϊνίγιου) δίδυμο αδελφό του Θείου Πνεύματος spenta mainyu (Σπέντα Μαϊνίγιου)], απεικονίζονται να περιβάλλουν τον ahura mazdā̊ σε χρυσούς θρόνους και περιστοιχισμένοι από αγγέλους· αιώνιοι αρωγοί του καλού οι οποίοι λατρεύονταν ξεχωριστά και θρυλείται ότι κατέρχονταν από τα ουράνια για να επιβλέπουν τα μονοπάτια της φώτισης· τους είχαν αφιερωθεί μήνες του ἐτους, γιορτές, λουλούδια και στοιχεία ή δυνάμεις της φύσης τα οποία εξουσίαζαν. Με την ωρίμανση του Ζωροαστρισμού, αντιτάχθηκαν στους αντίστοιχους αρχιδαίμονες.

Από τους έξι, μακράν πιο ονομαστοί είναι οι aṣ̌āi vahištāi και vohū manaŋhā. Ο πρώτος (Asha Vahishta: Άσα Βαχίστα: Αλήθεια) αντιπροσωπεύει την έννομη τάξη που διέπει τις φυσικές λειτουργίες του κόσμου, κύριος της φωτιάς και ιερός για τους Ζωροάστρες, όπως η εσώτερη φύση της πραγματικότητας. Φανέρωνε στους πιστούς το μονοπάτι της δικαιοσύνης και της πνευματικής γνώσης. Ο δεύτερος (Vohu Manah: Βοχού Μάνα: Αγαθός Νούς) είναι το πνεύμα της θεϊκής Σοφίας, φώτισης κι αγάπης, προστάτης των κατοικιδίων. Οδήγησε την ψυχή του Ζωροάστρη (Ιρανού προφήτη) ενώπιον του ουράνιου θρόνου και καλωσόριζε αυτές των ευλογημένων θνητών στον Παράδεισο. Οι πιστοί καλούνταν να επιζητούν τη συντροφιά του στην επίγεια ζωή, αγαπώντας βαθιά συντρόφους και συνανθρώπους τους. Ακολουθούν οι: khshathra [(Ξαθρά: Κυριαρχία) κύριος των μετάλλων κι εκφραστής της ισχύος του ahura mazdā την οποία μπορεί να γνωρίσει ο πιστός καθοδηγούμενος από την Αλήθεια και τον Αγαθό Νού], armaiti [(Αραμαΐτι: Ευλάβεια) πνεύμα πίστης και αφοσίωσης, προστάτης των πιστών] haurvatāt [Χαουρβατάτ: Ακεραιότητα] και amərətāt [Αμερετάτ: Αθανασία]. Οι δύο τελευταίοι συχνά αναφέρονται μαζί ως αδελφοί· εξουσιάζουν φυτά και νερά, μπορούν δε, να συντροφεύουν τον πιστό ανταμοίβοντας τη λατρεία του προς τους υπολοίπους aməṣ̌ā spəṇtā. Τον 6ο αιώνα π.Χ, ο αρχάγγελος vohū manaŋhā, αποκάλυψε στον Ζωροάστρη τη φύση του αληθινού Θεού κι ένα είδος διαθήκης (κώδικα ηθικής) την οποία ο άνθρωπος μπορούσε να αποδεχθεί υπακούοντας ή να αρνηθεί με την απείθειά του.

Με παρόμοιο τρόπο, περί τα 1.200 χρόνια αργότερα, ο ομόλογός του, Γαβριήλ (Άνθρωπος του Θεού) φανέρωσε στον Άραβα προφήτη Μωάμεθ (5ος—6oς αιώνας μ.Χ) το Κοράνι (Qurʾān) και τον πραγματικό Θεό, Αλλάχ (Allāh) τη μοναδικότητά του, καθώς επίσης τις ηθικές και πολιτισμικές απαιτήσεις του Ισλάμ [(Islām) όρος που νοηματοδοτείται από την πλήρη υποταγή του πιστού στην θέληση του Allāh, μοναδικού Θεού δημιουργού και υποστηρικτή του κόσμου. Η θεϊκή βούληση στους όρους της οποίας ο άνθρωπος οφείλει να ενδώσει, αποπνέεται από τα ιερά κείμενα που απαρτίζουν το Κοράνι και είναι επίσης γνωστά ως Ισλαμικές Γραφές].


Περσική μινιατούρα με θέμα την αποκάλυψη του Γαβριήλ στον Μωάμεθ (1307)

Τα επίθετα που χρησιμοποιήθηκαν για να περιγράψουν τον αγγελιοφόρο του Θεού, αρχάγγελο Γαβριήλ —πνεύμα αγιοσύνης και πίστης— είναι παρόμοια με αυτά που αποδόθηκαν στους αρχαγγέλους aməṣ̌ā spəṇtā του Ζωροαστρισμού και στην τρίτη υπόσταση του Θεού σύμφωνα με το Τριαδικό Δόγμα του Χριστιανισμού (Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα). Σ᾽ αυτές τις μονοθεϊστικές θρησκείες (αν και ο Ζωροαστρισμός αργότερα έγινε δυαδική) όπως και στον Ιουδαϊσμό, τα λειτουργικά χαρακτηριστικά των αγγέλων αρθρώνονται πιο ξεκάθαρα από τα οντολογικά— εκτός από τις πολλές περιπτώσεις όπου λαϊκή λατρεία και παράδοση δεν διείσδυσαν στις πτυχές της δράσης τους. Η πίστη σε όντα διαμεσολαβητές ανάμεσα στον βέβηλο κόσμο και το ουράνιο βασίλειο, απαντάται σε ποικιλία θρησκειών συμπεριλαμβανομένων αυτών της πρώιμης ιστορίας του ανθρώπου, αλλά ουσιαστικά καλλιεργήθηκε από αυτές του δυτικού κόσμου.

Ο επίσης Ελληνικής καταγωγής όρος δαίμων, χρησιμοποιείται για την περιγραφή κατά βάση μοχθηρών και κακόβουλων υπερφυσικών όντων ή πνευμάτων, παρότι το αυθεντικό του νόημα αντικατρόπτριζε πνευματικές υποστάσεις ικανές να επηρεάζουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Η περίπτωση του αγαθοδαίμωνα, συνιστά παράδειγμα καλοπροαίρετης πνευματικής συντροφιάς που μπορούσε να επιζητήσει κάποιος, σύμφωνα με τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Ο φιλόσοφος Σωκράτης δε, αναφερόταν στον δαίμονά του σαν σε πνεύμα που τον ενέπνεε ν᾽ αναζητά και να λέει την αλήθεια. Σταδιακά, ο όρος αποδόθηκε σε επουσιώδη πνεύματα του υπερφυσικού βασιλείου —τα οποία ασκούσαν πιέσεις στους ανθρώπους να πράττουν σε βάρος της ευημερίας τους— για να υπερισχύσουν τελικά τα χαρακτηριστικά του κακού, της μοχθηρίας, της δυστυχίας και της πονηριάς, σε βάρος της αρχικής ερμηνείας.

Για τις θρησκείες των πρωτόγονων λαών, οι πνευματικές οντότητες λογίζονταν άλλοτε κακόβουλες κι άλλοτε αγαθοεργές, αναλόγως των περιστάσεων που αντιμέτωπιζε κάποιο ανεξάρτητο άτομο ή ολόκληρη κοινότητα, γεγονός που υπαινίσσεται την μερική ταύτισή τους με την συνήθη κατάταξη των δαιμόνων μεταξύ των μοχθηρών υπάρξεων. Η θεώρηση κάποιου δαίμονα ως καλού ή κακού, ήταν δυνατό ν᾽αντιστραφεί με τη πάροδο του χρόνου, όπως συνέβει στις περιπτώσεις της αρχαίας ινδοϊρανικής θρησκείας —από την οποία εξελίχθηκε ο Ζωροαστρισμός— και του πρώιμου Ινδουισμού. Όπως αντικατοπτρίζεται στις Βέδες (Vedas, αρχαίοι ύμνοι των Αρίων) οι ντέβα (devas) στον Ινδουισμό θεωρούνταν θεοί, αλλά οι ομόλογοί τους νταίβα (daevas) στον Ζωροαστρισμό, κακόβουλες υπάρξεις. Οι αχούρα (ahuras) του Ζωροαστρισμού ήσαν Κύριοι του Καλού, αλλά οι αντίστοιχοι ασούρα(asuras) του Ινδουισμού είχαν μεταμορφωθεί σε Κυρίους του Κακού.

Κατά τον ίδιο περίπου τρόπο, ο Σατανάς, κατήγορος του ανθρώπου στην πρώτη Θεοδικία, όπως περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη και το βιβλίο του Ιώβ, έγινε βασικός αντίπαλος του Χριστού στον Χριστιανισμό και του ανθρώπου στον Ισλαμισμό. Αρκετές παρόμοιες μεταμορφώσεις φανερώνουν ότι οι ακριβείς διακρίσεις μεταξύ καλοκάγαθων αγγέλων και μοχθηρών δαιμόνων ενδέχεται να είναι υπερβολικά απλοϊκές, παρέχοντας ωστόσο συνολικές ενδείξεις για την λειτουργική δράση τέτοιων πνευματικών οντοτήτων.


Ντέβα, ονομασία του θεού στο Βεδικό πάνθεο. Για τον Ινδουισμό δήλωνε τη γενικότερη έννοια του θείου. Εδώ απεικονίζεται ο Indra, ηγέτης των κακόβουλων αυτών υπερφυσικών όντων για τα πρώτα βήματα του Ζωροαστρισμού.

Ο άνθρωπος ανέκαθεν ήταν πολύ ανήσυχος σχετικά με τα όρια —τι τον διακρίνει από άλλα έμβια όντα, τι κάνει την κοινωνία ή τον κόσμο του να διαφέρουν— και συνεπώς η κοσμοθεωρία του επηρέασε την κατανόηση της υπόστασης αγγέλων και δαιμόνων. Ο κόσμος μπορούσε να ειδωθεί μονιστικά, όπως στον Ινδουισμό, θεώρηση κατά την οποία το σύμπαν είναι εξ᾽ολοκλήρου ιερό ή συμμετέχει σε μια εννιαία θεϊκή αρχή (Βράχμαν ή παγκόσμιο Όν) και δυϊστικά, όπως στον Γνωστικισμό [απόκρυφο δισυπόστατο σύστημα πίστεως, το οποίο συχνά θεωρήθηκε χριστιανικό αιρετικό κίνημα και άνθησε στον Ελληνο-Ρωμαϊκό κόσμο τους δύο πρώτους αιώνες μ.Χ. Στο φιλοσοφικό του υπόβαθρο ο κόσμος διέπεται από δύο διακριτές και ανόμοιες αρχές (όπως είναι για παράδειγμα τα ζεύγη αισθητό-νοητό ή πνευματικό-υλικό)] κατά τον οποίο το υλικό μέρος του σύμπαντος εξουσιάζεται από τις δυνάμεις του κακού ενώ το βασίλειο του πνεύματος από αυτές του καλού.

Μια τρίτη οπτική συναντάμε στις μονοθεϊστικές θρησκείες του Ιουδαϊσμού, Ζωροαστρισμού, Χριστιανισμού και του Ισλάμ, εστιασμένη σ᾽ένα τριμερές σύμπαν (ουράνιο, επίγειο και υποχθόνιο). Η τελευταία άποψη επηρέασε τον άνθρωπο της δύσης, την αντίληψη περί αγγέλων και δαιμόνων καθώς επίσης τις επιστημονικές και μεταφυσικές αναζητήσεις του. Στην Βιβλική, Ελληνιστική (Ελληνο-Ρωμαϊκού πολιτισμού) και Ισλαμική σκέψη, το επί της γης βασίλειο ήταν ο προφανής κόσμος όπου ο άνθρωπος βίωνε περιορισμούς χώρου, χρόνου και αιτιατού· το θείο και πνευματικό ουράνιο βασίλειο, αποτελούσαν κατά κοινή αποδοχή, επτά ουρανοί ή σφαίρες, μέρη τα οποία εξουσίαζαν οι επτά, έως τότε, γνωστοί πλανήτες· το δε υποχθόνιο αναφερόταν στον χαοτικό χώρο που εξουσίαζαν οι σκοτεινές άυλες φύσεις. Στα υψηλότερα επίπεδα της της ουράνιας σφαίρας βρίσκονταν τα ιερότερα των ιερών ή ο υπέρτατος θεός, όπως για παράδειγμα, ο Γιαχβέ, θεός του Ιουδαϊσμού, του οποίου το όνομα ήταν τόσο ιερό που δεν επιτρεπόταν ούτε να προφέρεται, ο Βυθός, η άγνωστη αρχή πριν το ξεκίνημα του Γνωστικισμού, ο Ουράνιος Πατέρας της χριστιανοσύνης, γνωστός μέσω του Λόγου – Υιού Του και ο Αλλάχ, ύψιστος, μεγαλειώδης και παντοδύναμος Θεός του Ισλάμ.

Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος [Εις την αρχήν της πνευματικής και υλικής δημιουργίας, άναρχος και προαιώνιος, υπήρχεν ο Υιός και Λόγος του Θεού. Και ο Λόγος ήτο πάντοτε αχώριστος από τον Θεόν και πλησιέστατα προς αυτόν, και ο Λόγος ήτο Θεός απειροτέλειος, όπως ο Πατήρ και το Αγιον Πνεύμα]

Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας [Και ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος κατά υπερφυσικόν τρόπον και κατεσκήνωσεν με οικειότητα εν τω μέσω ημών και ημείς είδαμεν την μεγαλειώδη δόξαν του, δόξαν όχι ανθρωπίνην, αλλά θείαν και απέραντον, την οποίαν είχεν ως φυσικήν του κατάστασιν από τον Πατέρα, σαν Υιός του Θεού μονογενής, γεμάτος χάριν και αλήθειαν]

Πρόκειται για δύο εδάφια με την ερμηνεία τους, από το κατά Ιωάννην Ιερό Ευαγγέλιο (§1.1 και §1.14 αντίστοιχα) τα οποία αντλήθηκαν από την ιστοσελίδα της Ιερά Μητροπόλεως Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου. Το πρώτο εδάφιο, αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για τους Αριανιστές. (Μάρτυρες της Σκοπιάς, Ευαγγελιστές, Σπουδαστές της Γραφής, κλπ). Αυτό μαζί με τα επόμενα εδάφια, βάζουν σε δοκιμασία την αίρεση αυτή, που θέλει τον Υιό Λόγο να είναι κτίσμα και όχι Θεός όπως ο Πατέρας. (βλ. διαδικτυακές αναφορές)

Ακολουθώντας το νήμα αυτής της σκέψης μπορούμε να πούμε ότι το υπέρτατο ον της ουράνιας σφαίρας επιθυμώντας ν᾽αποκαλύψει το σκοπό και το πεπρωμένο της ανώτερης μορφής ζωής στη γη, αξίωσε τον αποδέκτη άνθρωπο ν᾽αποκτήσει γνώση του εαυτού του, της φύσης και της μοίρας του, δια μέσου ουράνιων αγγελιοφόρων, των αγγέλων. Το μήνυμα (ή η αποκάλυψη) εστίαζε συνήθως στην ταυτότητα του αποστολέα και την ειμαρμένη του ανθρώπου σε συνάρτηση με την ανταπόκρισή του. Εξαιτίας του κοσμικού ρήγματος που είχε σημαδέψει την ουράνια σφαίρα πριν τη δημιουργία του κόσμου (ή την ανακοίνωση της αποκάλυψης) οι άγγελοι, αναλόγως της σχέσης τους με τον Δημιουργό, ίσως επιχειρούσαν να παραπλανήσουν τον άνθρωπο μέσω ψευδούς αποκάλυψης ή του φανέρωναν την αλήθεια για τη φύση (ή την ταυτότητα), την καταγωγή και το πεπρωμένο του. Οι άγγελοι που παραποιούσαν τον λόγο του υπέρτατου ουράνιου όντος με σκοπό να δημιουργήσουν σύγχυση στη κατανόηση του ανθρώπου σχετικά με τα όριά του στον επίγειο κόσμο ή την μοίρα του ως υπεργήινη υπόσταση, αν και δεν αποκαλούνταν πάντοτε δαίμονες, ήταν λειτουργικά κακοπροαίρετοι.

Σε αυτούς συμπεριλαμβάνεται ο Διάβολος του Χριστιανισμού και του Ιουδαϊσμού ή ο Iblīs (Σεϊτάν, Διάβολος) του Ισλάμ, ο οποίος με την μορφή φιδιού στη βιβλική ιστορία του Κήπου της Εδέμ —σύμφωνα με τις τελευταίες ερμηνείες— προσπάθησε να διαταράξει την αντίληψη του ανθρώπου για τα όρια ή τους περιορισμούς της κτίσης του, δελεάζοντας τον να γευτεί τον καρπό του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού, ώστε να μοιάσει στον Θεό ή τις αιώνιες υπάρξεις της ουράνιας αυλής. Στον ζωροαστρισμό, το πνεύμα του κακού Angra Mainyu (αργότερα Ahriman) επιχείρησε —δια μέσου υποτακτικών του όπως το Κακόβουλο Πνεύμα, το Ψεύδος και την Αλαζονεία— να εξαπατήσει τον επίγειο άνθρωπο ώστε να επιλέξει μοίρα υποχθόνια, τιμωρία σε φλεγόμενα βάραθρα.


«Αστρονόμος Κοπέρνικος: Συνομιλία με τον Θεό», ζωγραφικός πίνακας του Γιαν Ματέικο

Στον απόηχο της Κοπερνίκειας επανάστασης του 16ου αιώνα (βασισμένη στις θεωρίες του Πολωνού αστρονόμου Κοπέρνικου) η οποία άλλαξε ριζικά την ανθρώπινη αντίληψη για τον κόσμο στο κέντρο του οποίου δε βρισκόταν πλέον η γη· τουναντίον κατανοήθηκε ότι επρόκειτο περισσότερο για πλανήτη ενός ηλιακού συστήματος, σ´ ένα πολύ μικρό μέρος ενός γαλαξία που έπλεε σ᾽ ένα φαινομενικά άπειρο σύμπαν ομοειδών γαλαξιών— οι έννοιες αγγέλων και δαιμόνων έμοιαζαν αταίριαστες. Το τριμερές σχήμα του κόσμου —ουρανός πάνω, γή στη μέση και κόλαση κάτω— φαινόταν αναχρονιστικό.

Ωστόσο, με την ανάδυση την σύγχρονης δυτικής ψυχολογίας και τη διεξαγωγή ψυχαναλυτικών μελετών κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, οι υφιστάμενες αρχές των σχετικών με αγγέλους και δαίμονες πεποιθήσεων, βρέθηκε ότι είχαν προσδιορισθεί και νοηματοδοτηθεί εκ νέου. Αρκετοί Χριστιανοί θεολόγοι βρήκαν κάποιες από τις αντιλήψεις της ψυχανάλυσης ιδιαίτερα χρήσιμες στην επαναδιατύπωση εννοιών που διέπονταν από πρωτόγονες και παραδοσιακές αξίες. Η μυθοποίηση για τον πάλαι ποτέ τριμερή κόσμο, στράφηκε στη εσωτερική δομή της προσωπικότητας του ανθρώπου —υπερεγώ [(λατ:superego) οι περιοριστικοί θεσμοί που εξασφαλίζουν κοινωνικά αποδεκτό τρόπο ζωής στον άνθρωπο] εγώ [(λατ:ego) συνειδητές πτυχές της αντίληψης] και το εκείνο [(λατ: id) «…το αποκαλούμε χάος, ένα καζάνι γεμάτο κοχλάζουσες ενορμήσεις στο κατώφλι της συνείδησης, δεν παράγει μια ολοκληρωμένη θέληση, αλλά παρά μόνο μια προσπάθεια να ικανοποιήσει τις ενστικτώδεις ενορμήσεις που είναι υποκείμενες στη αρχή της ευχαρίστησης»_Σίγκμουντ Φρόυντ].

Έτσι, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, οι δαίμονες θα μπορούσαν να επαναπροσδιορισθούν ως προβολές των αχαλίνωτων ορμών που αναγκάζουν τον άνθρωπο να δρά σύμφωνα με τις προσωπικές του επιθυμίες, δίχως να υπολογίζει τυχόν επιπτώσεις σε άλλους. Από κοινωνική σκοπιά, οι δαίμονες θα μπορούσαν επίσης να θεωρηθούν περιβαλλοντικές ή κληρονομικές δυνάμεις που ωθούν τον άνθρωπο να πράττει, να σκέφτεται και να μιλά με τρόπους ασυμβίβαστους με την προσωπική του ευημερία ή αυτή του συνόλου.

«Ο διάβολος και οι δαιμονικές δυνάμεις που μαστίζουν τον σύγχρονο κόσμο μπορούν εύκολα να τεκμηριωθούν από την επιστροφή του ανθρώπου στη βαρβαρότητα και την απανθρωπιά» Denis de Rougemont – The Devil’s Share

Τον 2ο αιώνα μ.Χ ο Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς (περ. 150 – 215) χριστιανός φιλόσοφος της θεολογίας, προσανατολιζόμενος σε ψυχολογική ερμηνεία των δαιμονικών δυνάμεων, επεσήμανε ότι ο άνθρωπος, συχνά κυριεύεται από εσώτερες ακόρεστες ορμές για να ικανοποιήσει πάθη και σαρκικές επιθυμίες. Η φροϋδική ερμηνεία της ανθρώπινης προσωπικότητας και άλλες ψυχολογικές μελέτες, έδωσαν έτσι νέα διάσταση στην εν λόγω έρευνα. Η μεσαιωνική εικονογραφία, η οποία αναπαριστούσε αγγέλους και δαίμονες ως υβρίδια προκαλώντας ακόμα και τους πλέον ευφάνταστους θεατές, άντλησε συμβολισμούς ψυχολογίας, ψυχανάλυσης και σύγχρονης μυθοπλασίας και τους παρουσίασε συνυφασμένους με θεολογικούς λογισμούς.


Κλήμης ο Αλεξανδρεύς

O Κλήμης ο Αλεξανδρινός (Titus Flavius Clemens), θεολόγος στα τέλη του 2ου και αρχές 3ου αιώνα. Γεννήθηκε γύρω στο 150 και πέθανε μεταξύ του 211 και 216 μ.Χ. Δίδαξε στην Αλεξάνδρεια, αφού πρώτα ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους εκκλησιαστικούς Πατέρες.

Για τις θρησκευτικές παραδόσεις που έβλεπαν τον κόσμο μέσα από το πρίσμα του δυϊσμού, όπως ο Γνωστικισμός, οι άγγελοι ήταν ουράνιες οντότητες που εξουσίαζαν συγκεκριμένα πεδία, στάδια της διαδρομής που θα ακολουθούσε η ψυχή όταν απελευθερωνόταν από τα υλικά δεσμά της ύπαρξης. Η γνώση αυτών και των ονομάτων τους ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη της ενδεχόμενης ένωσης με την υπέρτατη πνευματική πραγματικότητα. Οι επτά άγγελοι, αρχηγέτες των ισάριθμων πλανητικών σφαιρών, απαντώνται σε διάφορους καταλόγους κι ανάμεσά τους βρίσκονται ο Γαβριήλ, ο Αδωνάι (Κύριος) ο Άριελ (λέων του Θεού) και άλλοι. Ο άγγελος της δημιουργίας του υλικού κόσμου, Γιαχβέ (κάποιες φορές αποκαλούμενος επίσης Δημιουργός) ήταν κακόβουλος, κατά την άποψη του Γνωστικισμού, όχι μόνον επειδή ήταν ο Κτίστης, αλλά εξαιτίας του ότι προσπαθούσε να κρατήσει τον πνευματικό άνθρωπο μακριά από τη γνώση της πραγματικής του καταγωγής, φύσης και πεπρωμένου.

Ο Μανιχαϊσμός, δυϊστική θρησκεία που ιδρύθηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ από τον Μάνη, Ιρανό προφήτη, διαίρεσε τον κόσμο σε δύο σφαίρες, του Καλού (Φωτός) και του Κακού (Σκότους) όπως ο Γνωστικισμός. Οι δύο αυτές βρίσκονται αναμεμιγμένες στον υλικό κόσμο και αντικείμενο της σωτηρίας (λύτρωσης) είναι ο διαχωρισμός του πνεύματος από την ύλη ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να εισέλθει στην κατάσταση της απόλυτης καλοσύνης. Υψηλότερα στην ουράνια ιεραρχία βρίσκονται τα 12 φωτεινά διαδήματα του Πατέρα της Μεγαλοσύνης και οι Δώδεκα Άχρονες Υπάρξεις (Aeons), οι πρωτόπλαστοι —αγγελικές φιγούρες (τάξεις πνευμάτων ή σφαίρες ύπαρξης) οι οποίες μοιρασμένες σε ομάδες των τριών, περιέβαλλαν το Υπέρτατο Όν στα τέσσερα πρώτα ουράνια μέρη· ήσαν κτίσματα του Θεού τα οποία έφεραν χαρακτηριστικά της φύσης του Απολύτου, βασικού στοιχείου της κοσμολογίας που αναπτύχθηκε γύρω από την κεντρική ιδέα του δυαλισμού (δυϊσμού): της σύγκρουσης ανάμεσα σε ύλη και πνεύμα.

Εξαιτίας της επιθυμίας του Διαβόλου, Πρίγκιππα του Σκότους, ν᾽αποκτήσει τα προνόμια του Βασιλείου του Φωτός, οι αντίστοιχες ουράνιες δυνάμεις βρίσκονται σε αέναη διαμάχη, αναμιγνύονται και αναδύεται ο κόσμος της ύλης και του πνεύματος. Μη έχοντας επίγνωση της πνευματικής του υπόστασης κι εκτεθειμένος διαρκώς στον πειρασμό από τους δαίμονες του Πρίγκιπππα του Σκότους, ο άνθρωπος οδηγείται τελικά στην κατανόηση της αληθινής του φύσης, χάρη στις ενέργειες αγγελικών υπάρξεων που αποκαλούνται Φίλοι του Φωτός και του Ζώντος Πνεύματος και των πέντε βοηθών τους, τον Κύριο του Μεγαλείου (Holder of Splendour), τον Βασιλέα της Τιμής (King of Honour), το Φώς του Ανθρώπου (Light of Man), τον Βασιλέα της Δόξας (King of Glory) και τον Προστάτη (Supporter).


Αβατάρ, η θεία ενσάρκωση ανώτερων όντων ή του Υπέρτατου Όντος στη γη.

Στον Ινδουισμό η ενσάρκωση κάποιας θεότητας σε άνθρωπο ή ζώο, έρχεται ν᾽αντισταθμίσει συγκεκριμένα κακά στον κόσμο. Στην εικόνα παρουσιάζονται οι δέκα αβατάρες (ενσαρκώσεις) ενός εξ᾽αυτών, του Βισνού: ψάρι (Matsya), χελώνα (Kurma), κάπρος (Varaha, αγριόχοιρος), ανθρωπόμορφος λέων (Narasimha, υβρίδιο ανθρώπου-λιονταριού), νάνος (Vamana), Παρασουράμα (Parashurama, ο Ράμα με τσεκούρι), Ράμα (Rama, θεότητα μεγαλοψυχίας και αρετής), Κρίσνα (Krishna, θείος ποιμένας), Βούδας (Buddha, πεφωτισμένος) και Κάλκιν (Kalkin, λευκό άλογο, η τελική απελευθέρωση και ανακάλυψη της θείας φύσης του ανθρώπου) με τις δύο τελευταίες ν᾽ αντιπροσωπεύουν μελλοντικές ενσαρκώσεις.

Οι θρησκείες που έβλεπαν τον κόσμο κατά βάση μονιστικά —όπως Ινδουισμός, Τζαϊνισμός (ή Ζαϊνισμός) και Βουδισμός— δεν έτρεφαν πίστη γενικότερα σε αγγέλους των οποίων κύρια αποστολή ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας. Το ρόλο αυτό διαδραμάτιζαν οντότητες όπως οι αβατάρα (avatāra, ενσαρκώσεις θεών), τιρχανκάρα (tīrthaṅkara, άγιοι ή προφήτες)και μποντισάτβα (bodhisattva, αυτοί που πρόκειται να γίνουν Βούδες) αντίστοιχα. Επειδή αυτές οι υπάρξεις θεωρούνται περισσότερο πρότυπα ενάρετης ζωής παρά φορείς κάποιας αποκάλυψης (εξαιρουμένων των περιπτώσεων κάποιων ορισμένων αβατάρα και μποντισάτβα) δε θα πρέπει να εξετάζονται με τις τυπικές αντιλήψεις του δυτικού κόσμου περί αγγέλων. Αυτές οι θρησκείες ωστόσο, έχουν ευρέως διαδεδομένες δαιμονικές δοξασίες.

Η πίστη σε δαίμονες δε συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία. Απαντάται σε πολλά γεωγραφικά μήκη και πλάτη κι αναφέρεται σε πνευματικές οντότητες που επηρεάζουν τη σχέση του ανθρώπου με τα ιερά, διαδραματίζοντας ρόλο προερχόμενο από τα βάθη της ιστορίας. Μπορεί να είναι κατά το ήμισυ ή καθόλου άνθρωποι, αλλά και άυλες υπάρξεις οι οποίες για διάφορους λόγους, επιδιώκουν γενικότερα να μην ευωδοθούν οι υψηλότερες των πνευματικών προσδοκιών του ανθρώπου ή στην πορεία της ζωής του να μη μπορέσει να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες ενέργειες που θα εξασφάλιζαν την ευημερία του. Ο αρχαίος Ασσύριος δαίμονας rabiṣu αποτελεί φαινομενικά τυπικό παράδειγμα υπερφυσικού όντος το οποίο ενστάλλαζε τέτοιο φόβο στους ανθρώπους που ανατρίχιαζαν στην κυριολεξία όταν αντιλαμβάνονταν την παρουσία του.


Τιρθανκάρα.

Τιρθανκάρα (tīrthaṅkara ή jina) Σωτήρας (Λυτρωτής) ο οποίος κατόρθωσε με το πέρασμά του από πλήθος μετενσαρκώσεων να φωτίσει το μονοπάτι της κατάκτησης του αέναου κύκλου ζωής – θανάτου (saṃsāra) για τους ανθρώπους. Οι λίγοι κι εκλεκτοί που θα ακολουθούσαν τα βήματά του, θ᾽ απελευθερώνονταν από τα δεσμά των επανενσαρκώσεων και θα σώζονταν. Ο Μαχαβίρα (Mahavira 6ος αι. π.Χ) ήταν ο τελευταίος Τιρθανκάρα που εμφανίστηκε. Σύμφωνα με την παράδοση ο προκάτοχος του, Παρσβανάθα, έζησε περίπου 250 χρόνια νωρίτερα

Στην Ευρώπη του 17ου αιώνα, καταγράφησαν διάφοροι δαίνομες με βάση τις ικανότητές τους να ξελογιάζουν τους ανθρώπους ώστε να επιδίδονται αποκλειστικά στην ικανοποίηση αυτών που ονομάζουμε βασικά ένστικτα ή επιθυμίες. Ανάμεσά τους βρίσκονταν εφιαλτικοί δαίμονες, άλλοι που σχηματίζονταν από το σπέρμα της συνουσίας και αυτοί που παραπλανούσαν τους ανθρώπους στο να πιστέψουν ότι μπορούν να βγούν από το σώμα τους τη νύχτα και με την αιθέρια υπόστασή τους να ταξιδέψουν σε χώρους δαιμονολατρείας ή μαγείας. Κάποιες αναφορές του 20ου αιώνα (όπως επίσης της εποχής των πολέμιων του πρώιμου Χριστιανισμού) θέλουν τη φήμη των υποτιθεμένων δαιμόνων να εξαπλώνεται από τις επικρατούσες θρησκείες στον κόσμο, ως τέτοια πρότερων θεών ή πνευματικών οντοτήτων που υπέκυψαν ή κατατροπώθηκαν από τις δογματικές απόψεις των κατακτητών. Έτσι, Τευτονικές, Σλαβικές, Κέλτικες ή Ρωμαϊκές θεότητες, είτε υποβαθμίστηκαν σε δαιμονικούς ανταγωνιστές του Ιησού, αγίων ή αγγέλων, είτε απορροφήθηκαν από τη χριστιανική λατρεία. Ακόλουθοι αυτών των αρχαίων αλλά ανενεργών πλέον υποστάσεων, συχνά διώχθηκαν ως υποστηρικτές της μαγείας, ειδικά στη χριστιανική Ευρώπη.


Μποντισάτβα

Ο Μποντισάτβα επιδιώκει την αφύπνιση· καλλιεργώντας αρετές ηθικής, αυτοθυσίας σοφίας και αγάπης, ακολουθεί το μονοπάτι της θέωσης που οδηγεί στην πνευματική συνείδηση του Βούδα. Ο φιλεύσπλαχνος Αβαλοκιτεσβάρα (κάτω), παρουσιάζεται με 11 κεφάλια και 8 χέρια, συμβολίζοντας την ικανότητά του να ανιχνεύει τις ανάγκες της ανθρωπότητας οπουδήποτε στο σύμπαν.


Αβαλοκιτεσβάρα

Αγαθοεργές υπάρξεις, συνήθως άγγελοι αλλά κάποιες φορές φαντάσματα προγόνων ή άλλα πνευματικά όντα που εξευμενίστηκαν μέσω θυσιών ή άλλων τελετών, συνδράμουν τις προσπάθειες του ανθρώπου να επιτύχει αρμονικές σχέσεις με τον Θεό, άλλες πνευματικές οντότητες αλλά και με καταστάσεις του βίου του. Οι άγγελοι, για παράδειγμα, δεν ενεργούν μόνο ως φορείς της θείας αποκάλυψης, αλλά πιστεύεται ότι βοηθούν αποτελεσματικά τον άνθρωπο να κερδίσει τη λύτρωσή του, να τύχει ιδιαίτερης μεταχείρησης ή να ευνοηθεί. Πρωτίστως υμνούν και υπηρετούν το Θεό πραγματοποιώντας το θέλημά του· αυτό είναι το αληθινό προσωπείο των αγγέλων για τον Χριστιανισμό και τον Ζωροαστρισμό όπως επίσης για τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ. Ως λειτουργικές προεκτάσεις της θείας βούλησης, κάποιες φορές εμπλέκονται σε ανθρώπινα ζητήματα ανταμοίβοντας τους πιστούς και τιμωρώντας τους ασεβείς ή λυτρώνοντας τους αδύναμους οι οποίοι έχουν ανάγκη βοήθειας και καταστρέφοντας τους διαβολικούς που αδίκως κατατρέχουν τους συνανθρώπους τους.

Στο δευτεροκανονικό βιβλίο Τωβίτ (απόκρυφο ή κρυμμένο βιβλίο που δεν αναγνωρίζεται ως κανονικό από Εβραίους και Προτεστάντες) ο αρχάγγελος Ραφαήλ (ο Θεός θεραπεύει) για παράδειγμα, βοηθά τον νεαρό Τωβία, γιό του Τωβίτ, σ᾽ ένα ταξίδι του όπου του φανερώνει μαγικές συνταγές που θα θεράπευαν την τυφλότητα του πατέρα του, όπως επίσης θα εξουδετέρωναν τις δυνάμεις του δαίμονα Ασμοδαίου. Οι άγγελοι έχουν επίσης περιγραφεί ως συμμετέχοντες στη δημιουργία και το θεόσταλτο έργο της συνέχισης του κόσμου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, επηρεασμένος από την Ελληνιστική κοσμολογία, διατύπωσε την άποψη ότι αυτοί κινούσαν τ᾽ άστρα και είχαν τον έλεγχο των τεσσάρων στοιχείων —γη, αέρας, φωτιά και νερό.


Ο Ασμοδαίος

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από τη βίβλο Τωβίτ κατά τη Μετάφραση Ο’, Παλαιά Διαθήκη, κεφ. ΣΤ᾽ :

«οι δὲ πορευόμενοι τὴν ὁδὸν ἦλθον ἑσπέρας ἐπὶ τὸν Τίγριν ποταμόν, καὶ ηὐλίζοντο ἐκεῖ. τὸ δὲ παιδάριον κατέβη περικλύσασθαι, καὶ ἀνεπήδησεν ἰχθὺς ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ καὶ ἐβουλήθη καταπιεῖν τὸ παιδάριον. ὁ δὲ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· ἐπιλαβοῦ τοῦ ἰχθύος. καὶ ἐκράτησε τὸν ἰχθὺν τὸ παιδάριον καὶ ἀνέβαλεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν γῆν. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος· ἀνάτεμε τὸν ἰχθὺν καὶ λαβὼν τὴν καρδίαν καὶ τὸ ἧπαρ καὶ τὴν χολὴν θὲς ἀσφαλῶς. καὶ ἐποίησε τὸ παιδάριον ὡς εἶπεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος, τὸν δὲ ἰχθὺν ὀπτήσαντες ἔφαγον. καὶ ὥδευον ἀμφότεροι, ἕως οὗ ἤγγισαν ἐν Ἐκβατάνοις. καὶ εἶπε τὸ παιδάριον τῷ ἀγγέλῳ· Ἀζαρία ἀδελφέ, τί ἐστιν ἡ καρδία καὶ τὸ ἧπαρ καὶ ἡ χολὴ τοῦ ἰχθύος; καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἡ καρδία καὶ τὸ ἧπαρ, ἐάν τινα ὀχλῇ δαιμόνιον ἢ πνεῦμα πονηρόν, ταῦτα δεῖ καπνίσαι ἐνώπιον ἀνθρώπου ἢ γυναικός, καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ὀχληθῇ· ἡ δὲ χολή, ἐγχρῖσαι ἄνθρωπον, ὃς ἔχει λευκώματα ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ ἰαθήσεται» (βλ. Διαδικτυακές αναφορές)

Τωβίτ αποκαλείται ένα από τα βιβλία του κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης που αποδέχονται η Ορθόδοξη και η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, εξαιρείται όμως από τον κανόνα των εκκλησιών της Μεταρρύθμισης. Συγκαταλέγεται στα λεγόμενα Δευτεροκανονικά βιβλία. Με τον όρο Δευτεροκανονικά ή Αναγινωσκόμενα, προσδιορίζουμε δέκα από τα σαράντα εννέα «κανονικά βιβλία» της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία «περιέλαβε ως ιερά…η Αλεξανδρινή ευρύτερη Ελληνική Βίβλος των Ο’», όχι όμως και η «Εβραϊκή Βίβλος». Για τις εκκλησίες που τα ενσωματώνουν στον κανόνα τους, τα βιβλία αυτά δεν αποτελούν «δευτερεύουσας αξίας βιβλία, που υπολείπονται ως προς τη θεοπνευστία και την αυθεντία τους έναντι των λοιπών κανονικών βιβλίων», αλλά «τοποθετούνται αδιακρίτως μεταξύ των πρωτοκανονικών…ως ισότιμα και ισόκυρα με τα πρωτοκανονικά, των οποίων τις θειες αλήθειες συμπληρώνουν». Κατ’ αυτή την έννοια επομένως «καταχρηστική είναι και η χρήσις των όρων ‘πρωτοκανονικός’ και ‘δευτεροκανονικός’…καίτοι δ’ όμως οι όροι…έχουσι την ρίζαν αυτών εν τη γνωστή φράσει του αγ. Κυρίλλου του Ιεροσολύμων…δεν δηλούσι…ότι τα εν λόγω βιβλία είναι ήσσονος κύρους των πρωτοκανονικών».

Πολλοί άγγελοι θεωρούνταν προστάτες ατόμων και εθνών. Η άποψη ότι υπάρχουν φύλακες άγγελοι που επαγρυπνούν για τα μικρά παιδιά, υπήρξε πεποίθηση ενδεικτική της λαϊκής ευσέβειας του Ρωμαιοκαθολικισμού. Λογίζονταν επίσης ως ψυχοπομποί, οδηγοί των ψυχών των θανόντων πρός τον υπεργήινο κόσμο. Κατά τη γέννηση των ανθρώπων επιστεύετο ότι εκτελούσαν διάφορες υπηρεσίες. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό στις περιπτώσεις όπου άγγελοι ανακοινώνουν τη γέννηση θείων υπάρξεων ή ξεχωριστών θρησκευτικών προσωπικοτήτων, όπως ο Ιησούς και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής στην Καινή Διαθήκη. Παρά την σπουδαιότητα του αγγελικού έργου, η θεολογική σκέψη και λαϊκή ευσέβεια ασχολήθηκε εμφατικά με τη φύση τους. Στον πρώιμο Ιουδαϊσμό θεωρούνταν ανθρωπόφορφα όντα, όπως για παράδειγμα ο άγγελος που πάλεψε με τον πατριάρχη Ιακώβ, περιστατικό που καταγράφεται στο βιβλίο της Γενέσεως.

Η πάλη του Ιακώβ

Οι φέροντες τα κοπάδια ως δώρα επροπορεύοντο από τον Ιακώβ. Αυτός δέ, κατά την εσπέραν εκείνην, εκοιμήθη εις την κατασκήνωσιν. Κατά την νύκτα όμως εσηκώθη, επήρε τα